πευκώνας

πευκώνας
[-ων (-ώνος)] ο см. πευκόδασο

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "πευκώνας" в других словарях:

  • πευκώνας — ο / πευκών, ῶνος, ΝΜΑ δάσος με πεύκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεύκη + κατάλ. ών, ῶνος (πρβλ. αμπελ ών / ώνας)] …   Dictionary of Greek

  • πευκώνας — ο πευκόδασο, πευκιάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οικολογία — Τμήμα της βιολογίας που μελετά τις σχέσεις των έμβιων όντων μεταξύ τους και ιδιαίτερα με το περιβάλλον στο οποίο ζουν. Πριν από λίγο σχετικά χρόνο, η ο., ως επιστήμη μελέτης, ήταν περιορισμένη στον γεωργικό τομέα, με αντικειμενικό και πρακτικό… …   Dictionary of Greek

  • πευκιάς — ο, Ν πευκώνας, δάσος με πεύκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεύκο + κατάλ. ιάς (πρβλ. χιον ιάς)] …   Dictionary of Greek

  • πευκοδάσος — Oνομασία 2 οικισμών. 1. Μικρός πεδινός οικισμός, (υψόμ. 150 μ.), στην πρώην επαρχία Θεσσαλονίκης του ομώνυμου νομού. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Νέας Μεσημβρίας. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 160 μ.), στην πρώην επαρχία Κιλκίς του ομώνυμου …   Dictionary of Greek

  • πευκών — ὁ, ΜΑ βλ. πευκώνας …   Dictionary of Greek

  • στροβιλεϊνόν — ΜΑ πευκώνας ή καθετί που είναι κατασκευασμένο από ξύλο πεύκου. [ΕΤΥΜΟΛ. < στροβιλέα «πίτυς» + κατάλ. ινόν, ουδ. της κατάλ. ινός] …   Dictionary of Greek

  • στροβιλεών — ῶνος, ὁ, Α πευκώνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < στρόβιλος «κουκουνάρι» + κατάλ. εών (πρβλ. καλαμ εών)] …   Dictionary of Greek

  • πευκιάς — ο πευκώνας, δάσος από πεύκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πευκόδασο — το δάσος από πεύκα, πευκιάς, πευκώνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»